διάκοσμος

διάκοσμος
ο
1) украшение; убранство; 2) театр, декорация;

σκηνικός διάκοσμος — сценическое оформление


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "διάκοσμος" в других словарях:

  • διάκοσμος — battle order masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοσμος — ο (Α διάκοσμος) [κόσμος] μσν. νεοελλ. 1. όλα όσα χρησιμεύουν στη διακόσμηση, τα στολίδια νεοελλ. 1. η διακοσμητική σύνθεση ως σύνολο 2. ο ρυθμός μιας διακοσμητικής σύνθεσης 3. φρ. «σκηνικός διάκοσμος» τα σκηνικά, ο φωτισμός, και όλα τα τεχνικά… …   Dictionary of Greek

  • διάκοσμος — ο το σύνολο στοιχείων που χρησιμοποιούνται στη διακόσμηση, τα στολίδια: Η αίθουσα είχε χριστουγεννιάτικο διάκοσμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακόσμοις — διάκοσμος battle order masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόσμου — διάκοσμος battle order masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόσμους — διάκοσμος battle order masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόσμων — διάκοσμος battle order masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόσμῳ — διάκοσμος battle order masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοσμε — διάκοσμος battle order masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοσμοι — διάκοσμος battle order masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοσμον — διάκοσμος battle order masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»